Δικαίωση της πολιτικής Καραμανλή στο Βουκουρέστι η σημερινή, με καλύτερους όρους, διαπραγμάτευση για το Σκοπιανό

Το τελευταίο διάστημα υπάρχει έντονη κινητικότητα σχετικά με το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να μου πείτε πού αποδίδετε εσείς την κινητικότητα αυτή;

Τρείς είναι οι βασικοί λόγοι: Πρώτον ότι μετά από χρόνια στασιμότητας στην πολιτική διευρύνσεων είναι γενική πεποίθηση ότι οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και προφανώς τα Σκόπια, πρέπει να πιστέψουν ξανά στην ευρωπαϊκή τους προοπτική. Αυτό δημιουργεί ένα αυξημένο διεθνές και συχνά πιεστικό ενδιαφέρον για άρση των έως τώρα εκκρεμοτήτων.

Δεύτερον, η αλλαγή κυβέρνησης στη γειτονική μας χώρα. Εγκατεστημένη στα Σκόπια είναι τώρα μια κυβέρνηση συνεργασίας με σημαντική παρουσία και επιρροή του Αλβανικού στοιχείου της ΠΓΔΜ. Προτάσσεται λοιπόν, περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν η ανάγκη ένταξης στο ΝΑΤΟ και η εκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας στην ΕΕ.

Τρίτον, τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από το Βουκουρέστι έως σήμερα έχουν βοηθήσει τη γειτονική χώρα να προχωρήσει σε πιο ορθολογικές ιεραρχήσεις στο ζήτημα της ονομασίας, σε σχέση με τις ακραία εθνικιστικές αντιλήψεις της προηγούμενης κυβέρνησης Γκρουεφκσι.

Όλα αυτά σωρευτικά συντελούν στην κινητικότητα που έχει δημιουργηθεί, αλλά και πέραν αυτού, έχουν διαμορφώσει ένα θετικότερο – σε σχέση με το παρελθόν διαπραγματευτικό περιβάλλον. Αυτό το θετικό περιβάλλον οφείλει να αξιοποιήσει η κυβέρνηση στο μέγιστο βαθμό. Η ευνοϊκότερη, με καλύτερους όρους αυτή διαπραγμάτευση αποτελεί και δικαίωση της πολιτικής του Κώστα Καραμανλή στο Βουκουρέστι που συνοψίζονταν στη διατύπωση «πρώτα λύση και μετά ένταξη».

Έχετε σχηματίσει εικόνα σχετικά με τις προθέσεις της κυβέρνησης αναφορικά με την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ;

Βεβαίως και έχω σχηματίσει, όπως άλλωστε όλοι οι Έλληνες. Υπάρχει το τμήμα της κυβέρνησης που εκφράζει ο κ. Κοτζιάς. Αυτό έχει ρητά ταχθεί υπέρ μιας σύνθετης ονομασίας.

Υπάρχει το τμήμα της κυβέρνησης που έχει εκφρασθεί υπέρ του «σκέτου» ονόματος «Μακεδονία», χωρίς κανέναν προσδιορισμό. Το έχουν υποστηρίξει οι κ.κ. Τσακαλώτος, Γαβρόγλου, Καρανίκας αλλά και η κυρία Σία Χριστοδουλοπούλου.

Και τέλος, υπάρχει το τρίτο τμήμα της κυβέρνησης που το εκφράζει ο -ακροδεξιός κατά τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ- Υπουργός Εθνικής Άμυνας και το κόμμα του, που δηλώνουν διαμετρικά αντίθετοι από τις δύο προηγούμενες απόψεις της κυβέρνησης.

Πρόκειται για μια πραγματική διαπραγματευτική Βαβέλ από το ένα μέρος και μια αποκρουστική εθνική κακοφωνία από το άλλο.

Βέβαια, από αυτήν την κυβέρνηση δεν θα περίμενε κανείς τίποτα λιγότερο. Ισχυρίζονται ότι είναι θαυμαστές και μαθητές του Μάρξ. Όμως τώρα, όλοι ξέρουμε όμως ότι δεν εννοούν τον Καρλ, αλλά τον Γκράουτσο. Τον Γκράουτσο Μάρξ. Τον μεγάλο αμερικανό κωμικό ο οποίος έλεγε «Αυτές είναι οι αρχές μου, αλλά, εάν δεν σας αρέσουν, έχω και κάτι άλλες».

Η κυβέρνηση κατηγορεί τη ΝΔ ότι παρέλαβε το πρόβλημα από εσάς άλυτο και τελματωμένο. Τι απαντάτε;

Αυτήν την κριτική ειλικρινά δεν την καταλαβαίνω. Είναι εξοργιστική. Δηλαδή τι ισχυρίζονται; για το πρόβλημα του ονόματος φταίνε οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις και όχι η αδιαλλαξία και ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων; Ή κατηγορούν την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή για το ότι δεν συμβιβάστηκε στο Βουκουρέστι και έτσι εκείνοι παρέλαβαν άλυτο το ζήτημα;

Είναι εντυπωσιακός ο κυνισμός και οι μικροκομματικές σοφιστείες σε ένα τόσο σοβαρό θέμα. Το ίδιο άλλωστε έκαναν «πηγές του υπουργείου Εξωτερικών» και με την Εκκλησία, όταν, σε μια «ουρανομήκη ανοησία» όπως χαρακτηρίστηκε, επιχείρησαν να ταυτίσουν υπαρκτές εθνικές ευαισθησίες με τον εξτρεμιστικό εθνικισμό της Χρυσής Αυγής, κάνοντάς της δώρο τον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Αυτό είναι προσβλητικό και απολύτως απαράδεκτο. Εμείς το απορρίπτουμε κατηγορηματικά. Δεν πρόκειται ποτέ να το δεχθούμε. Εκείνοι όμως είναι έτοιμοι ακόμα και αυτό να θυσιάσουν στις σκοπιμότητες της στιγμής.

Η κυβέρνηση πάντως λέει ότι θέλει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση για την υποστήριξη μιας πιθανής λύσης...

Την ώρα που κάνουν αθεμελίωτες επιθέσεις στις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, την ίδια ώρα ζητούν και συναίνεση. Ή είναι παθολογική πολιτική σχιζοφρένεια ή είναι κυνική πολιτική σκοπιμότητα. Πάντως ειλικρινής προσπάθεια συναίνεσης δεν είναι.

Άλλωστε στη βάση ποιάς ενημέρωσης θα οικοδομηθεί μια τέτοια συναίνεση; Οι έως τώρα κινήσεις της κυβέρνησης χαρακτηρίζονται από παθολογική κρυψίνοια, μυστικοπάθεια, συνωμοσίοφοβία και αποκλεισμό. Ούτε ο τόπος των συναντήσεων με την άλλη πλευρά δεν ανακοινώνεται! Ελπίζω αυτές οι συζητήσεις «στα κρυφά» να μην είναι και συζητήσεις «στα τυφλά».

Οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας πάντως, που εννοούσαν και πίστευαν στην ανάγκη συγκλίσεων, ενημέρωναν συστηματικά τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Ήταν στάση ευθύνης.

Κατά την άποψή σας ποιο είναι το καλύτερο και ποιο το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα από την παρούσα φάση της διαπραγμάτευσης για το όνομα της ΠΓΔΜ;

Η κυβέρνηση, το ελάχιστο που οφείλει να φέρει ως αποτέλεσμα μια ευνοϊκότερης, σε σχέση με το παρελθόν, διαπραγμάτευσης, είναι αυτό που καθόρισε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης και συγκροτείται από τρία αδιάσπαστα στοιχεία:

- Εγκατάλειψη από τη γειτονική μας χώρα, κάθε είδους και έκφρασης αλυτρωτισμού, του οποίου κύριος φορέας είναι το όνομα.
- Γενική εφαρμογή της ονομασίας που αμοιβαία θα συμφωνηθεί. Αυτή να ισχύει δηλαδή στις διμερείς και διεθνείς σχέσεις, στις εσωτερικές και διεθνείς της χρήσεις.
- Και βέβαια, ως ελάχιστη βάση εκκίνησης είναι η εθνική θέση που διαμορφώθηκε στην περίοδο 2007-8. Δηλαδή μια σύνθετη ονομασία γενικής εφαρμογής που θα σέβεται την ιστορία μας, τις σχέσεις καλής γειτονίας και γι αυτό θα επιτρέπει την ανεμπόδιστη ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, την περιφερειακή συνεργασία και θα διασφαλίζει την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική προοπτική ένταξης των γειτόνων μας.

Εννοείται ότι εάν τελικά δεν επιτευχθεί λύση, τίποτα δεν θα πρέπει να αλλάξει στην επί δεκαετία στάση της Ελλάδας αναφορικά με την πρόσκληση της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ ή την ενταξιακή της πορεία στην ΕΕ.

Ένα ζήτημα που έχει προκύψει, επηρεάζει και επηρεάζεται από την εξωτερική μας πολιτική είναι το ζήτημα των 8...

Το ζήτημα αυτό δεν θα είχε φτάσει ποτέ σε αυτό το σημείο της πολύ αρνητικής επίδρασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εάν ο έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχε υποσχεθεί στον Πρόεδρο Ερντογάν ότι οι «8» θα εκδίδονταν σε μερικές μέρες στην Τουρκία. Όλα ξεκίνησαν από τότε.

Όμως οι κακοί και απαξιωτικοί για την ελληνική δικαιοσύνη και την εικόνα της χώρας χειρισμοί συνεχίζονται και σήμερα. Κριτική δεν ασκείται μόνον εντός Ελλάδας. Πλέον είναι διεθνής.

Η στάση της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται ως «απόπειρα κατευνασμού του Ερντογάν», σε βάρος θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων. Και αυτό γίνεται την ώρα που στην Άγκυρα κυβέρνηση και αντιπολίτευση η κάθε μια από την πλευρά της κορυφώνουν την αναθεωρητική τους στάση, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία σε δεκάδες νησιά του Αιγαίου.

(συνέντευξη στη Free Sunday και τον δημοσιογράφο Δημήτρη Χρυσικόπουλο)