Μερικές σκέψεις για την επίσκεψη Ερντογάν

Άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή

                Η επίσκεψη του τούρκου Προέδρου στη χώρα μας έχει αφήσει μια πικρή γεύση. Η μικρή -έστω- απόσταση από τα γεγονότα, μας επιτρέπει μία πρώτη - νηφάλια αποτίμηση. Αυτή άλλωστε επιβάλλεται μετά και την ενημέρωση της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, από τον Υπουργό Εξωτερικών. Διότι ο κ. Κοτζιάς άφησε πολλά ερωτήματα αναπάντητα, αλλά και οι τοποθετήσεις του ενίσχυσαν τον προβληματισμό. Όχι μόνο διότι απέδωσε όλα τα «αρνητικά» της επίσκεψης στη συνέντευξη Ερντογάν, αλλά διότι είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεν εξήγαγε τα αναγκαία συμπεράσματα για την από εδώ και πέρα ακολουθητέα πολιτική στις σχέσεις μας με την Τουρκία.

                Κατ αρχάς, επισκέψεις και συναντήσεις κορυφής γίνονται είτε για να επικυρωθεί στο ανώτατο επίπεδο μία μείζων εξέλιξη, είτε για να δοθεί από τους ηγέτες ένα καθοριστικό μήνυμα που θα δώσει σημαντική ώθηση στην βελτίωση των σχέσεων. Τίποτα από τα δύο δεν συνέβη.

                Αντιθέτως, είδαμε δημόσια αντιπαράθεση διαφορετικών θέσεων σε ζωτικά ζητήματα, γεγονός που όχι απλώς δεν βελτίωσε, αλλά τραυμάτισε τις διμερείς σχέσεις. Οι γνωστές απαράδεκτες τουρκικές δηλώσεις επαναφοράς των δήθεν «γκρίζων ζωνών» που ακολούθησαν ήταν ενδεικτικές.

                Ακούστηκε ότι «απαντήθηκαν» όλες οι αιτιάσεις του Τούρκου Πρόεδρου - αλίμονο εάν δεν είχαν απαντηθεί- και ότι αυτός αναγκάσθηκε να μετριάσει τις θέσεις του, λέγοντας ότι η Τουρκία δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον της χώρας μας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι τελείως αβάσιμος. Για λόγους τακτικής, η Τουρκία ποτέ δεν έχει αποδεχθεί ότι έχει εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον της Ελλάδας. Ακριβώς γι’ αυτό εφηύρε τη θεωρία των δήθεν «γκρίζων ζωνών», προκειμένου να διεκδικήσει ελληνικά εδάφη χωρίς να το πει ευθέως. Διότι σε αντίθετη περίπτωση θα στιγματιζόταν στα μάτια της διεθνούς κοινότητας ως μια εξ ορισμού επιθετική και αναθεωρητική δύναμη.  Άλλωστε, λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη, ο  Πρωθυπουργός Γιλντιρίμ φρόντισε να «εξηγήσει» τη θέση Ερντογάν με την αναφορά του στα «132 νησιά ακαθόριστου κυριότητας».

                Ποιοι παράγοντες όμως οδήγησαν την επίσκεψη σε αυτό το, τουλάχιστον, μη επιθυμητό, αποτέλεσμα;

                Τα λάθη ξεκίνησαν στις 24 Οκτωβρίου, όταν  ο κ. Κοτζιάς έσπευσε, ενάμιση μήνα πριν, να προαναγγείλει, από την Άγκυρα, την πρόσκληση της Προεδρίας της Δημοκρατίας προς τον κ. Ερντογάν. Έτσι, πρώτον δεσμεύθηκε άκαιρα, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την αναγκαία - πριν την επίσκεψη- εποικοδομητική συμπεριφορά της Τουρκίας. Δεύτερον, ο κ. υπουργός, με τις δηλώσεις του από την Άγκυρα, «έστρωσε το χαλί» στην τουρκική πλευρά να διμεροποιήσει επισήμως θέματα της μουσουλμανικής μειονότητας. Θέματα τα οποία - επί δεκαετίες- η ελληνική εξωτερική πολιτική κρατούσε χωριστά από τις διμερείς σχέσεις.

                Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση δεν αξιολόγησε με την αναγκαία σοβαρότητα τρεις «προειδοποιήσεις»: Ότι το 2017 ήταν η χειρότερη χρονιά των τελευταίων δεκαετιών από πλευράς τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο, εκ των οποίων 300 μετά την ανακοίνωση της επίσκεψης Ερντογάν. Δεύτερον, την αντιπαραγωγική συμπεριφορά του Αντιπροέδρου της τουρκικής Κυβέρνησης Χακάν Τσαβούσογλου κατά το ταξίδι του στη Θράκη. Η τρίτη και σοβαρότερη ήταν η ίδια η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία, όπου ο Τούρκος Πρόεδρος αντιμετωπίζει αυξημένη πολιτική πίεση εν όψει των τριπλών (βουλευτικών, δημοτικών & προεδρικών) εκλογών του 2019, στις οποίες πολλά θα εξαρτηθούν από την εθνικιστική ψήφο, με προφανείς επιπτώσεις στη ρητορική Ερντογάν.

Όλα αυτά προϊδέαζαν για μια δύσκολη επίσκεψη. Και αυτό επιβεβαιώθηκε.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι αυτές καθαυτές εξαιρετικά σύνθετες και πολύ ευαίσθητες. Γι αυτό κάθε κίνηση, κάθε απόφαση που τις αφορά πρέπει να είναι πολύ καλά μελετημένη.

Ναι, είναι απαραίτητο να συζητάμε.  Όμως, εξίσου απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προετοιμάζουμε επαρκώς το πώς και το τί θα συζητάμε.  Μόνον έτσι θα επιτευχθούν στέρεα και ουσιαστικά βήματα βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπως όλοι επιθυμούμε.