Η εντατικοποίηση των Ελληνοτουρκικών συνομιλιών και το "γεμάτο περίστροφο" της Άγκυρας

Άρθρο ευρωβουλευτή ΝΔ Γ. Κουμουτσάκου στο περιοδικό  "ΕΠΙΚΑΙΡΑ"

Είναι σήμερα κατάλληλη η στιγμή, μεσούσης δηλαδή της εναγώνιας προσπάθειας της χώρας μας να αντιμετωπίσει μια βαθιά κρίση και να διασφαλίσει στοιχειωδώς αξιοπρεπείς όρους δανεισμού, για επανεκκίνηση των ελληνο-τουρκικών διαπραγματεύσεων; “Ναι”, απαντά η Κυβέρνηση εν όψει της ελεύσεως του τούρκου Πρωθυπουργού στην Αθήνα τον Μάιο. Από την πλευρά του, ο κ. Νταβούτογλου διαβεβαιώνει ότι «Είμαστε και εμείς πολύ χαρούμενοι που θα ενταθούν και θα αυξηθούν και αριθμητικά και από πλευράς περιεχομένου οι διερευνητικές συνομιλίες».

Υπογραμμίζω με ιδιαίτερη προσοχή αλλά και με έντονο προβληματισμό, ότι η δήλωση αυτή του κ. Νταβούτογλου περί “έντασης και αύξησης του περιεχομένου” των διερευνητικών συνομιλιών έγινε ενώπιον του έλληνα Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών, χωρίς να υπάρξει καμία περαιτέρω διευκρίνηση για το τί ακριβώς εννοούσε ο Τούρκος Υπουργός για το εύρος του αντικειμένου αυτών των συνομιλιών.

Ο προβληματισμός αυτός γίνεται ακόμα εντονότερος καθώς της δήλωσης αυτής του κ. Νταβούτογλου είχε προηγηθεί εκτενής συνέντευξή του στο “Βήμα”, στην οποία ανέφερε: «είμαστε προετοιμασμένοι να βρούμε ειρηνικές λύσεις σε όλες τις διαφορές μας, συμπεριλαμβανομένων αυτών στο Αιγαίο».

Εν ολίγοις, ο κ. Νταβούτογλου μας είπε ότι όχι μόνον υπάρχουν πολλές -πέραν της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας- ελληνο-τουρκικές διαφορές στο Αιγαίο, αλλά και άλλες πέραν αυτών. Ποιές εννοεί αλήθεια; Είναι και η Θράκη μια από αυτές;

Η Άγκυρα λοιπόν εμμένει στην επιδίωξή της για μια εφ΄ολης της ύλης των ελληνο-τουρκικών θεμάτων -όπως εκείνη τα αντιλαμβάνεται- διαπραγμάτευση.

Η Κυβέρνηση από την πλευρά της ορθώς διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν εκείνου της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Αυτή όμως η διαβεβαίωση δεν αρκεί. Η κυβέρνηση θα ήταν σκόπιμο και χρήσιμο να προσθέσει μία ιδιαίτερα σημαντική διευκρίνιση. Δηλαδή ότι η διαπραγμάτευση αυτή θα αφορά μόνον στις δύο συγκεκριμένες περιοχές συνάντησης της ελληνικής και τουρκικής υφαλοκρηπίδας -δηλαδή στη θαλάσσια προέκταση της συνοριακής γραμμής στη Θράκη και στα πλησίον της τουρκικής ακτής ευρισκόμενα ελληνικά νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου και στη Δωδεκάνησο- και όχι σε ολόκληρο το Αιγαίο όπως απαιτεί η Άγκυρα.

Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα τονίσει ότι στην επικείμενη διαπραγμάτευση «θα πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε η Κυβέρνηση Σημίτη το 2003». Τόσο θετικά ήταν αλήθεια τα αποτελέσματα εκείνης της διαδικασίας; Εάν πράγματι ήταν, γιατί το Δεκέμβριο του 2003, σε μια κρίσιμη συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου αποφασίστηκε να μην προχωρήσει περαιτέρω η διαδικασία και να μην δημοσιοποιηθούν τα όποια αποτελέσματά της, καθώς είχε εκτιμηθεί ότι κάτι τέτοιο θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος;

Έχει μήπως μεταβληθεί έκτοτε η θέση της Τουρκίας για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων; Δέχεται μήπως σήμερα η Άγκυρα να καθοριστεί και να ισχύσει πρώτα το εύρος, για παράδειγμα, των 9νμ για τα χωρικά ύδατα και μετά να συνταχθεί το συνυποσχετικό της προσφυγής για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης; Ή μήπως ο κ. Νταβούτογλου συνεχίζει στη λογική του «τίποτα δεν είναι οριστικό εάν όλα δεν οριστικοποιηθούν»; Ποια είναι αυτά τα ” όλα ” ; Τι γίνεται με τις «γκρίζες ζώνες»;

Επιπλέον, μήπως έχει – έστω και λίγο – βελτιωθεί η συμπεριφορά της Τουρκίας στον αέρα και τη θάλασσα του Αιγαίου και – για να μην ξεχνάμε το Καστελόριζο – της Ανατολικής Μεσογείου;

Πολύ φοβάμαι ότι η απαράδεκτη αυτή πρακτική “στρατικοποίησης” της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής καθιστά εξαιρετικά δυσχερή, εάν όχι θνησιγενή, κάθε ουσιαστική προσπάθεια ειλικρινούς προσέγγισης, διαλόγου και επίλυσης προβλημάτων μεταξύ των δύο γειτόνων.

Τελευταίως στη γνωστή πρακτική των παραβάσεων, παραβιάσεων και υπερπτήσεων προσετέθησαν οι προκλητικές αλλεπάλληλες οριακά «αβλαβείς διελεύσεις» τουρκικών πολεμικών σκαφών στα χωρικά μας ύδατα. Γιατί άραγε; Μήπως το μήνυμα είναι: «εάν τυχόν σκέπτεστε κάτι περί Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ξεχάστε το»;

Αλλά και πέραν όλων αυτών, πως μπορεί κανείς να σταματά τον χρόνο, προσποιούμενος ότι από το 2003 εώς σήμερα ουδέν συνέβη; Ας θυμηθούμε λοιπόν επιγραμματικά ορισμένα μόνον από όσα έχουν συμβεί έκτοτε. Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ έχει θολώσει σε σημείο σχεδόν μηδενικής ορατότητας. Η Τουρκία είναι μέλος του G20 λόγω του δυναμισμού και του μεγέθους της οικονομίας της. Την ίδια ώρα στην Ελλάδα εμφανιζόμαστε ικανοποιημένοι γιατί μπορούμε, ακόμα, να δανειζόμαστε…

Επανέρχομαι, λοιπόν, στο αρχικό καίριο ερώτημα: Συνιστούν όλα αυτά ευνοϊκή συγκυρία για μια τόσο σημαντική, ζωτικής σημασίας για τη χώρα και τα συμφέροντά μας, διαπραγμάτευση; Αισθάνεται ο κ. Δρούτσας σε θέση ισχύος έναντι του κ. Νταβούτογλου;

Ένα μόνο σχόλιο για τα πέντε νέα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Η Τουρκία, παρά τα ήδη προϋπάρχοντα 24 ΜΟΕ, συνεχίζει την απαράδεκτη και επικίνδυνη πολιτική της «στρατικοποίησης» της συμπεριφοράς της έναντι της Ελλάδας. Το θέμα λοιπόν δεν είναι ποσοτικό. Είναι ποιοτικό. Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης υπάρχουν. Εμπιστοσύνη δεν υπάρχει. Θα αρκούσε ένα και μόνον ΜΟΕ: «Εφαρμόζονται πλήρως τα ήδη συμφωνηθέντα».

Εν κατακλείδι, μόνον όσοι δεν θέλουν, δεν βλέπουν ότι η Άγκυρα εδώ και χρόνια έχει βάλει στο τραπέζι της όποιας προσπάθειας ελληνο-τουρκικής προσέγγισης και διαλόγου ένα «γεμάτο περίστροφο». Και εδώ δεν πρόκειται για μπλόφα. Και «περίστροφο» υπάρχει και «γεμάτο» είναι.

Η κυβέρνηση καλείται λοιπόν να «αφοπλίσει» το τουρκικό «περίστροφο» πριν την κρίσιμη διαπραγμάτευση. Η Άγκυρα θα πρέπει να «αποστρατικοποιήσει» την πολιτική της έναντι της Ελλάδας πριν καθίσουν οι διπλωμάτες στο τραπέζι. Είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τίμιο, ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ γειτόνων.

Ας ξεκινήσει λοιπόν από τα αυτονόητα ο κ. Νταβούτογλου:

“Πρώτον: Δεν απειλούμε με πόλεμο – casus belli – τους γείτονές μας για ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα τους …”

Αυτό θα ήταν μια πρώτη χειροπιαστή ένδειξη ειλικρινούς βούλησης για «μηδενικά προβλήματα» με την Ελλάδα.