Ο Οικουμενικός Πατριάρχης μιλάει στη συνείδηση της Ευρώπης

Άρθρο ευρωβουλευτή ΝΔ Γ. Κουμουτσάκου στην εφημερίδα "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ"
 
«Το Πατριαρχείο δεν θα φύγει από την Πόλη ακόμη και αν ορισμένες φορές αισθανόμαστε εσταυρωμένοι». Η φορτισμένη αποφασιστικότητα των λιτών αυτών λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη κεντρίζει καρδιές, μυαλά και συνειδήσεις σ’ όλον τον κόσμο.
 
Προκαλεί ταυτόχρονα αμηχανία και εκνευρισμό στην Άγκυρα. Είναι προς όλους – εντός και εκτός Τουρκίας – μια ηχηρή και ουσιαστική επισήμανση και υπενθύμιση μαζί, ότι οι κατά καιρούς υποσχέσεις του τουρκικού κράτους για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών και των μειονοτικών δικαιωμάτων μένουν χωρίς αντίκρισμα και οι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις του χωρίς ανταπόκριση. 
 
Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη σημασία αυτής της «κραυγής» αγανάκτησης, αγωνίας αλλά και γενναιότητας του θρησκευτικού Ηγέτη εκατοντάδων εκατομμυρίων Χριστιανών σ’ όλον τον κόσμο. Πρώτα απ’ όλους δεν μπορεί να την αγνοήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, που δικαίως διεκδικεί το ρόλο του ιστορικού αλλά και σύγχρονου θεματοφύλακα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, των ατομικών ελευθεριών και των δημοκρατικών αρχών και αξιών.
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλά ένας ακόμα διεθνής οργανισμός. Είναι πρώτα και κύρια κοινότητα αρχών και αξιών. Οφείλει λοιπόν - για να διασφαλίσει πρώτα το δικό της κύρος, την δική της αξιοπιστία - να απαιτεί από τα υποψήφια προς ένταξη κράτη να τηρούν τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις τους. Ειδικότερα μάλιστα όταν αυτές αφορούν στο σκληρό αξιακό πυρήνα, στα ιδεολογικά και πολιτικά θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
 
Ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας που επιπροσθέτως έχει ειδικούς, αδιάσπαστους ιστορικούς και πνευματικούς δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Ελλάδα είναι ο πιο ισχυρός συνήγορος, αρωγός και υποστηρικτής των δίκαιων αιτημάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα στην Ε.Ε. 
 
Στις συνεδριάσεις και στους διαδρόμους του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να γίνει κτήμα και θέση όλων ότι, για όσο καιρό η Τουρκία αρνείται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η πορεία της προς την ένταξη θα γίνεται -  με αποκλειστικά δική της ευθύνη – όλο και πιο ανηφορική και η τελική της έκβαση όλο και πιο αβέβαιη. 
 
Γιατί όμως η Τουρκία επιμένει σε αυτήν την «πολιτική άρνησης» έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Γιατί εμμένει σε μια φοβική στάση αυταρχισμού που την εκθέτει διεθνώς στα μάτια πολλών και ισχυρών παραγόντων και κυρίως, στα μάτια μεγάλου τμήματος της διεθνούς κοινής γνώμης; 
 
Τι φοβάται;
 
Μήπως ότι ένα Οικουμενικό Πατριαρχείο που θα λειτουργεί στοιχειωδώς ομαλά, με αναγνωρισμένη την οικουμενικότητα, τη νομική προσωπικότητα και τη Θεολογική Σχολή του, θα απειλήσει την ασφάλεια και την ακεραιότητα του τουρκικού κράτους των 70 και πλέον εκατομμυρίων; Ή μήπως δεν αντιλαμβάνονται στην Άγκυρα ότι εάν ανταποκριθούν στις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές θα ενισχύσουν ταυτόχρονα το κύρος, τη διεθνή αποδοχή και την εικόνα της ίδιας της Τουρκίας; 
 
Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε φοβούνται, ούτε βέβαια αγνοούν τα οφέλη που θα έχουν εάν και όταν -επιτέλους- ανταποκριθούν στα αυτονόητα πατριαρχικά αιτήματα. Απλώς διαπραγματεύονται. Διαπραγματεύονται σκληρά μετατρέποντας το αυτονόητο, όπως η ανταπόκριση σε μια υποχρέωση, σε δήθεν δραματική υποχώρηση. Σε δήθεν μείζονα παραχώρηση για την οποία μάλιστα απαιτούν και «αντίδωρο».
 
Αυτή όμως η λογική, η λογική του «ανατολίτη εμπόρου χαλιών», ειδικά όταν αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις θρησκευτικές ελευθερίες, είναι απαράδεκτη και απολύτως ξένη με την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.