Το εθνικό συναίσθημα, ο διπλωματικός ρεαλισμός και η κληρονομιά της νίκης Καραμανλή στο Βουκουρέστι

Άρθρο στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος

Το μεγάλο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης κατέδειξε, με πολύ ηχηρό τρόπο, ότι το ζήτημα της ονομασίας αγγίζει την ψυχή όλων των Ελλήνων. Και αυτό είναι καταλυτικής σημασίας στοιχείο, καθώς τις μεγάλες μάχες τις δίνεις και τις κερδίζεις, και με ψυχή και με λογική. Μια ικανή κυβέρνηση οφείλει να μετατρέψει  στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, τη δύναμη της ψυχής σε δύναμη και αποτελεσματικότητα λογικής. Αυτό είναι - κι αυτό ήταν πάντα - το μεγάλο διακύβευμα. Η σημερινή κυβέρνηση όμως δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Γιατί είναι αποκομμένη από την ψυχή του έθνους. Και αυτό το επιβεβαίωσε απαξιώνοντας το μεγάλο συλλαλητήριο με το να το χαρακτηρίσει συγκέντρωση της ακροδεξιάς. Επομένως, η Κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί ανταποκριθεί στη διαπραγμάτευση και τη μάχη που δίνει η πατρίδα, γιατί επέλεξε να αποκοπεί από τη ψυχή του έθνους.

Ας μην ξεχνούμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση μπορεί να διαπραγματεύεται – και μάλιστα από καλύτερη θέση - επειδή το 2008 δόθηκε και κερδήθηκε η μάχη του Βουκουρεστίου. Μια μάχη που στόχο είχε να πεισθεί το ΝΑΤΟ να μην δεχθεί την ΠΓΔΜ, ως μέλος του, επειδή - εξαιτίας της εθνικιστικής αδιαλλαξίας της Κυβέρνησης Γκρουέφσκι – παρέμενε η εκκρεμότητα του ονόματος και αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στη συμμαχία. Πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, για πολλούς μήνες, έτρεχε μια διαπραγμάτευση που γινόταν με πάρα πολύ αρνητικούς όρους για την Ελλάδα.  Όχι μόνο γιατί είχαμε απέναντί μας μια Κυβέρνηση βαθιά εθνικιστική και απολύτως αδιάλλακτη, αλλά και γιατί, μόλις λίγο πρωτύτερα, οι ΗΠΑ είχαν προχωρήσει σε μία μείζονα κίνηση, αναγνωρίζοντας τα Σκόπια με το λεγόμενο συνταγματικό τους όνομα, δηλαδή «Μακεδονία» σκέτο. Δυστυχώς, αυτή ήταν και η θέση που με την υπογραφή τους έχουν υποστηρίξει στελέχη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. 

Σ’ εκείνο το στάδιο της διαπραγμάτευσης, γνωρίζοντας πως η άλλη πλευρά, ό,τι και να λέγαμε θα το απέκλειε, επιδιώξαμε και πετύχαμε να καταδείξουμε την αδιαλλαξία της. Στόχος ήταν στην κρίσιμη στιγμή, να μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι η γείτονα, λόγω της αδιαλλαξίας της, δεν θα μπορούσε να μπει ούτε στο ΝΑΤΟ, ούτε στην Ε.Ε. χωρίς να έχει προηγηθεί λύση.  

Ποτέ δεν πλησιάσαμε καν στο ενδεχόμενο να υπάρξει μια λύση σύνθετης ονομασίας. Άλλωστε η Ν.Δ. - όπως και σήμερα δια του Κυριάκου Μητσοτάκη, τονίζει, -  έδινε έμφαση στην ανάγκη για μια λύση πακέτο, με απόλυτα συνδεδεμένα και αδιάσπαστα στοιχεία, να εφαρμοστεί η νέα ονομασία erga omnes (εντός και εκτός, διμερώς και πολυμερώς) και κυρίως να εκλείψει κάθε έκφραση αλυτρωτισμού. Να πέσουν, δηλαδή, τα αγάλματα, να αλλάξει το όνομα του αεροδρομίου, να αλλάξουν τα βιβλία, να αλλάξουν οι χάρτες.

 Βεβαίως, γνώριζε η Κυβέρνηση Καραμανλή ότι διαπραγματευόμασταν σε ένα πάρα πολύ εχθρικό περιβάλλον και θα έπρεπε να δώσουμε την εντύπωση ότι εμείς είμαστε εποικοδομητικοί. Ποτέ όμως δεν συμφωνήσαμε, κι ούτε φτάσαμε κοντά σε συμφωνία.  Η αλήθεια είναι ότι έγιναν τακτικοί χειρισμοί, προκειμένου να είμαστε ισχυροί, στην κρίσιμη στιγμή του Βουκουρεστίου. Για να μπορούμε να πούμε, «όχι κύριοι δεν μπορείτε να γίνετε μέρος του ΝΑΤΟ». Και να πείσουμε ταυτόχρονα τους εταίρους μας, να υιοθετήσουν τη θέση αυτή. Και αυτό ακριβώς έγινε ομόφωνα από τους ηγέτες των χωρών μελών του ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2008.

Σήμερα,  χάρη στην απόφαση του Βουκουρεστίου, η Κυβέρνηση διαπραγματεύεται κάτω από πολύ καλύτερες κι ευνοϊκότερες για την Ελλάδα συνθήκες. Και αυτό για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι τα Σκόπια έχουν μια κυβέρνηση συνεργασίας πολύ πιο διαλλακτική, στην οποία συμμετέχει το Αλβανικό στοιχείο που δίνει λιγότερη σημασία στο όνομα και θέλει περισσότερο να μπει στο ΝΑΤΟ. Και δεύτερον, διότι επιπλέον έχουν βιώσει οι κάτοικοι των Σκοπίων και η ηγεσία τους τη βάσανο της αδιαλλαξίας τους και του τι σημαίνει να είσαι 10 χρόνια εκτός Ε.Ε. κι εκτός ΝΑΤΟ.

Και αυτή  είναι η μεγάλη κληρονομιά που άφησε στην Πατρίδα μας η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, με Υπουργό Εξωτερικών τη Ντόρα Μπακογιάννη, και Υπουργό Εθνικής Άμυνας το Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

Δυστυχώς, η σημερινή Κυβέρνηση δεν δείχνει να είναι σε θέση να αξιοποιήσει αυτήν την πολιτική και διπλωματική κληρονομιά. Προχωρά εσωτερικά διχασμένη, αλλά και πολιτικά απομονωμένη από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, στις οποίες αρνείται συστηματικά την ενημέρωση, ακόμα και για το πλαίσιο της κρίσιμης διαπραγμάτευσης σ’ ένα σοβαρό εθνικό θέμα.

Η Κυβέρνηση έχει επιλέξει να πορευτεί μόνη της. Έχει επομένως την αποκλειστική ευθύνη και το μεγάλο βάρος αυτού του εθνικού ζητήματος, το οποίο επιμένει να αντιμετωπίζει με μικροκομματικούς όρους.