Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» ως πολιτική και ως τσιτάτο

"Το «ανήκομεν εις τη Δύσιν» είχε ως αναπόσπαστη συνέχειά του το «δεν είμαστε όμως αιχμάλωτοι της Δύσεως»"

Άρθρο ευρωβουλευτή ΝΔ Γ. Κουμουτσάκου στην εφημερίδα "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

Κάνοντας τα πρώτα του δειλά βήματα στο εξαιρετικά απαιτητικό όσο και ευαίσθητο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ο κ. Τσίπρας μιλώντας σε ρωσικό τηλεοπτικό δίκτυο ξιφούλκησε κατά του «πεπαλαιωμένου», όπως είπε, «δόγματος η Ελλάδα ανήκει στη Δύση». Χθες το επανέλαβε, διαβεβαιώνοντάς μας μάλιστα ότι δεν το αποδέχεται.

Πριν σπεύσει για ακόμα μια φορά να αναπαραγάγει «ανδρεϊκά» τσιτάτα και στερεότυπα της δεκαετίας του ’70, θα ήταν φρονιμότερο να είχε αναζητήσει το ακριβές περιεχόμενο των λεχθέντων από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Κυρίως όμως θα έπρεπε να είχε στοιχειωδώς ενημερωθεί για το ποια εξωτερική πολιτική είχε εφαρμόσει τότε η Ελλάδα, στο πλαίσιο του «ανήκομεν εις την Δύσιν».

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή θα ήταν και διαφωτιστική και χρήσιμη. Αλλωστε, η ουσία της τότε ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνιστά -τηρουμένων των αναλογιών βέβαια- σημείο αναφοράς και για το σήμερα.

Το «ανήκομεν εις τη Δύσιν» είχε ως αναπόσπαστη συνέχειά του το «δεν είμαστε όμως αιχμάλωτοι της Δύσεως». Είναι τα δύο αλληλένδετα συστατικά στοιχεία μιας ενιαίας, συγκροτημένης πολιτικής αντίληψης και φιλοσοφίας. Για του λόγου το αληθές, δανείζομαι σχετική αναφορά από το πρόσφατο έργο του ακαδημαϊκού κ. Κ. Σβολόπουλου «Καραμανλής: Μια πολιτική βιογραφία»: «Ανήκομεν εις την Δύσιν είχε διακηρύξει στη Βουλή ο Καραμανλής, παρέχοντας ταυτόχρονα την αυτονόητη διευκρίνιση πως δεν υπονοούσε ότι είμαστε αιχμάλωτοι της Δύσης». Αυτά για το τι πράγματι είχε λεχθεί τότε.

Ουσιαστικότερο είναι όμως το τι είχε γίνει τότε, σε μια εξαιρετικά δυσμενή εποχή για τα εθνικά συμφέροντα, καθώς η επιδρομή των τουρκικών στρατευμάτων οδηγούσε στη ζοφερή κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου και η Ελλάδα έβγαινε διεθνώς απομονωμένη και βαριά τραυματισμένη από την επτάχρονη στρατιωτική δικτατορία, αναζητώντας εναγωνίως μια ευρωπαϊκή προοπτική δημοκρατίας, ασφάλειας και ανάπτυξης.

Εκείνη λοιπόν την εξαιρετικά δύσκολη εποχή, η Ελλάδα κατόρθωσε να οικοδομήσει άριστες σχέσεις με όλη την Ευρώπη και τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα έκανε -μεσούντος του ψυχρού πολέμου- ένα θεαματικό, ιστορικών διαστάσεων άνοιγμα στο ανατολικό μπλοκ. Για πρώτη φορά από την επικράτηση του κομμουνισμού Ελληνας πρωθυπουργός επισκέπτεται το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι, τη Μόσχα, το Πεκίνο, την Πράγα και τη Βουδαπέστη. Προωθεί τη Διαβαλκανική Συνεργασία.

Ολα αυτά, δε, ενώ εκκρεμούσε η κρισιμότατη απόφαση των Ευρωπαίων εταίρων και συμμάχων στο ΝΑΤΟ για το εάν θα προχωρήσει ή όχι η πορεία ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Η ζωτική εκείνη εκκρεμότητα ούτε εμπόδισε ούτε ανέστειλε την εφαρμογή της ελληνικής Οstpolitik.

Επιπλέον, ο Καραμανλής δεν δίστασε να αποσύρει την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, όταν έκρινε ότι αυτό επέβαλε η εθνική αξιοπρέπεια, ούτε και να την επανεντάξει λίγα χρόνια μετά, όταν έκρινε ότι αυτό υπαγόρευε το συμφέρον της πατρίδας.

Ετσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ελλάδα γίνεται πλήρες μέλος της «Ευρώπης των 10» και της Ατλαντικής Συμμαχίας, ενώ ταυτόχρονα είχε αναπτύξει τις σχέσεις με τα Βαλκάνια και το ανατολικό μπλοκ.

Αυτή είναι η αλήθεια και όχι τα αναπαλαιωμένα «τσιτάτα» περασμένων δεκαετιών. Είναι πάντα χρήσιμο να ανατρέχει κανείς στην Ιστορία. Οχι τόσο για να θυμούνται οι παλαιότεροι όσο κυρίως για να μαθαίνουν οι νεότεροι…