Ομιλία ευρωβουλευτή ΝΔ Γ. Κουμουτσάκου σε εκδήλωση με θέμα «Προκλήσεις και ευκαιρίες για Kύπρο και Ελλάδα στο νέο περιβάλλον της Aνατολίκης Mεσογείου» (Λεμεσός, Kύπρος)

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η μεγάλη οικονομική κρίση με την οποία είναι αντιμέτωπες η Ελλάδα και η Κύπρος, η Κύπρος και η Ελλάδα, εξανάγκασε ηγεσίες και πολίτες να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά σχεδόν στο καυτό μέτωπο της οικονομίας.

Η εξωτερική πολιτική υποχώρησε από τις άμεσες προτεραιότητες, την ειδησεογραφία και το δημόσιο διάλογο, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

Όμως, χώρες, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, με ανοιχτά ζωτικής σημασίας, πολύπλοκα και δυσεπίλυτα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, δεν έχουν την πολυτέλεια της επί μακρόν ελλιπούς ενασχόλησης με τα εξωτερικά θέματα.

Άλλωστε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της μεγάλης αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης μεταξύ εθνικής πραγματικότητας και διεθνών εξελίξεων, μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, η διάκριση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής είναι παρωχημένη. Ανήκει στο παρελθόν.

Η οικονομία επηρεάζει καθοριστικά το τελικό άθροισμα εθνικής ισχύος κάθε κράτους. Ειδικά σε περιόδους μεγάλης οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή, ο αντίκτυπος της οικονομίας στη διεθνή θέση μιας χώρας και στη δυνατότητά της να ασκεί επιρροή στον περίγυρό της είναι πολύ σοβαρός.

Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αποτελούν εξαίρεση. Η εξωτερική τους πολιτική δεν μπορεί παρά να υφίσταται τις επιπτώσεις από την δραματική επιδείνωση της εθνικής οικονομίας.

Πέραν της οικονομικής εξασθένισης, η εξωτερική πολιτική των χωρών μας υφίσταται επιπλέον την επίδραση μιας ακόμα σοβαρής εξέλιξης: Της αποδυνάμωσης της Ευρώπης ως διεθνούς παίκτη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σήμερα αυτή που ήταν. Διέρχεται μια πολύπλευρη σοβαρή κρίση. Η "ήπια ισχύς" της Ευρώπης περνάει δύσκολες ώρες.

Αυτό επιδρά ανάλογα και στη διεθνή θέση και τις δυνατότητες της Ελλάδας και της Κύπρου καθώς η συμμετοχή ως πλήρους μέλους στην Ε.Ε. έχει αποτελέσει και συνεχίζει να αποτελεί κυριολεκτικά τη σπονδυλική στήλη της εξωτερικής πολιτικής και των δύο χωρών.

Η ευρωπαϊκή επιλογή παραμένει σταθερή στρατηγική επιλογή και κατεύθυνση για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εμφανές ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η ΕΕ δεν αποτελεί της ίδιας βαρύτητας, με το παρελθόν, πολλαπλασιαστή ισχύος για τις δύο χώρες.

Τη περίοδο αυτή η Ελλάδα και η Κύπρος καλούνται να διαχειριστούν τέσσερα μέτωπα ταυτόχρονα:

Α) Τη σοβαρή λόγω κρίσης, εξασθένιση της οικονομίας τους.
Β) Την αβέβαιη πορεία της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γ) Τα γνωστά σοβαρά ανοικτά ζητήματα του σκληρού πυρήνα της εξωτερικής τους πολιτικής: δηλαδή τις τουρκικές αμφισβητήσεις, απαιτήσεις και διεκδικήσεις, το Κυπριακό, το Σκοπιανό.
Δ) Την έντονη ρευστότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση της Τουρκίας που τα τελευταία χρόνια ζει μέσα σε "μέθη ισχύος" διεκδικώντας αυτόνομο ηγετικό ρόλο.

Το πιεστικό ερώτημα είναι το πως η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με περιορισμένες, εκ των πραγμάτων, δυνατότητες, παλαιά προβλήματα και νέες προκλήσεις και μάλιστα μέσα σε ένα εξαιρετικά ρευστό ευρωπαϊκό και περιφερειακό περιβάλλον.

Η αναντιστοιχία μέσων και στόχων είναι η μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουν η ελληνική και κυπριακή εξωτερική πολιτική την εποχή της κρίσης.

Πώς θα μπορέσουμε να καλύψουμε το κενό που διαμορφώθηκε λόγω αυτής της αναντιστοιχίας των μέσων που έχουμε στη διάθεσή μας και των συμφερόντων και στόχων εξωτερικής πολιτικής που οφείλουμε να προασπίσουμε και να επιτύχουμε;

Ένα είναι βέβαιο. Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας και της Κύπρου δεν μπορεί να παραμένει ίδια και απαράλλακτη με εκείνην που οι δύο χώρες ασκούσαν πριν από την κρίση.

Προσοχή όμως.

Αυτό με κανέναν τρόπο δε σημαίνει ελαστική ή υποχωρητική πολιτική στα ζωτικά εθνικά ζητήματα που είναι άρρηκτα δεμένα με την εθνική υπόσταση και την ασφάλειά μας.

Σημαίνει πως οφείλουμε να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε μια ανανεωμένη εξωτερική πολιτική. Σημαίνει πως καλούμαστε να προχωρήσουμε αποφασιστικά στις αναγκαίες, λόγω των ειδικών συνθηκών, προσαρμογές και βελτιώσεις.

Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να προωθούμε και να προασπιζόμαστε αποτελεσματικά τα στρατηγικά και αμετακίνητα συμφέροντα των χωρών μας.

Ποιές δυνατότητες και ευκαιρίες, ποιές επιλογές έχουμε για να καλύψουμε τη σημερινή αναντιστοιχία μέσων και στόχων της εξωτερικής μας πολιτικής;

Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η απάντηση βρίσκεται στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική και γεωοικονομική θέση που Ελλάδα και Κύπρος έχουν και στο ρόλο που μπορούν να παίξουν σε αυτήν την περιοχή. Περιοχή εξαιρετικά σημαντική για την διεθνή οικονομία, σταθερότητα και ασφάλεια. Και ταυτόχρονα, περιοχή πολύπλοκη, απρόβλεπτη και επικίνδυνα εύφλεκτη.

Σε αυτήν την δύσκολη περιοχή η Ελλάδα και η Κύπρος αναζητούν να βρουν και να κερδίσουν τη νέα προστιθέμενη γεωστρατηγική τους αξία

1. ως παράγοντες σταθερότητας σε μια θάλασσα αβεβαιότητας, και

2. ως παράγοντες ενεργειακής ασφάλειας για μια Ευρώπη ενεργειακά διψασμένη αλλά και εξαρτημένη από άσπονδους ή επιφυλακτικούς φίλους και από απρόβλεπτους και επιτήδειους συμμάχους.

Το εγχείρημα, γιατί περί εγχειρήματος πρόκειται, είναι ιδιαίτερα σύνθετο και δύσκολο.

H περιοχή της Aνατολικής Mεσογείου δίνει πολλές και σημαντικές ευκαιρίες για την αναβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των χωρών μας. Είναι διάσπαρτη όμως από πολλές και εξαιρετικά ολισθηρές ατραπούς και επικίνδυνες παγίδες.

Θα πρέπει να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις πρώτες και να αποφύγουμε, με κάθε τρόπο, τις δεύτερες.

H Ανατολική Mεσόγειος είναι σύνθετη και μυστηριώδης σαν αραβούργημα.

Θεμελιώδης προϋπόθεση για να έχουμε βάσιμες ελπίδες επιτυχίας των στοχεύσεών μας σε μια περιοχή τέτοιας πολυπλοκότητας, είναι μία.

Nα σχεδιάσουμε με πολλή προσοχή, νηφαλιότητα και ρεαλισμό κάθε κίνηση, κάθε βήμα. Kυρίως να μην αυτοπαγιδευτούμε σε απλουστευτικά στερεότυπα, σε ανεδαφικές επιθυμίες και σε βολικές βεβαιότητες που δεν υπάρχουν, σε μια περιοχή και σε μια εποχή εξαιρετικής ρευστότητας.

H Ανατολική Mεσόγειος βρίσκεται σε μετάβαση. Tο κύμα των εξεγέρσεων της Αραβικής ΄Aνοιξης και οι καθεστωτικές ανατροπές που προκάλεσε, άλλαξαν πολύ και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ορισμένα από τα γεωπολιτικά δεδομένα και τις ισορροπίες στην Aνατολική Mεσόγειο.

H κατάσταση παραμένει από αβέβαιη έως δραματική σε όλες τις χώρες από όπου πέρασε το κύμα της «Αραβικής ΄Aνοιξης».

Oι εξελίξεις σε δύο χώρες με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα και επιρροή στις ισορροπίες της περιοχής είναι απρόβλεπτες.

H Συρία είναι βυθισμένη στο χάος ενός αιματηρού εμφυλίου με άγνωστη κατάληξη. H Aίγυπτος αν και δε βρίσκεται πλέον υπό την εξουσία των Αδελφών Μουσουλμάνων παραμένει σε ιδιαίτερα ευπαθή ισορροπία. Kαι πάντως σήμερα, η Αίγυπτος δεν αποτελεί για το Ισραήλ και τη Δύση γενικότερα, εκείνο το γεωπολιτικό έρεισμα μετριοπάθειας και σταθερότητας που ήταν στην εποχή Mουμπάρακ.

Tην ίδια στιγμή η Τουρκία των Ερντοάν και Nταβούτογλου, διεκδικεί με υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση έναν, όλο και πιο αυτόνομο, ηγετικό περιφερειακό ρόλο. Η νέο-οθωμανικής εμπνεύσεως στρατηγική επιδίωξη της Tουρκίας είναι να γίνει όχι μόνο το πρότυπο, αλλά και να έχει την πρωτοκαθεδρία στον μουσουλμανικό κόσμο της Aνατολικής Mεσογείου. H ΄Aγκυρα δε διστάζει να προκαλεί αλλεπάλληλες εντάσεις και τριβές με το Tελ Aβίβ.

Σε αυτόν τον περίγυρο είναι φυσικό ότι το Ισραήλ αισθάνεται να πιέζεται. Bιώνει τις αλλαγές των τελευταίων χρόνων ως εν δυνάμει απειλή για την εθνική του ασφάλεια.

Πριν από μερικά χρόνια δεν υπήρχε πρόβλημα. Στις νότιες ακτές της Aνατολικής Mεσογείου δέσποζε η απολύτως συνεργάσιμη Aίγυπτος. Στις βόρειες ακτές δέσποζε η Tουρκία, με την οποία το Ισραήλ είχε συνάψει στρατηγική σχέση. Tα δεδομένα όμως άλλαξαν και το Ισραήλ αναζητά ερείσματα στην περιοχή που θα κρατούν ανοικτή τη σύνδεσή του με την Ευρώπη, άρα και με τη Δύση.

H Ελλάδα και η Kύπρος, είναι τα μόνα μη μουσουλμανικά και ταυτόχρονα ενσωματωμένα στο ευρωπαϊκό δυτικό σύστημα ασφάλειας κράτη της περιοχής. Αναδεικνύονται έτσι ως η αναγκαία και ασφαλέστερη επιλογή σταθερότητας για το Ισραήλ, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία.

Επιπλέον, προς αυτήν την κατεύθυνση, της μεγαλύτερης προσέγγισης και εμβάθυνσης της συνεργασίας με την Kύπρο και την Ελλάδα, συνηγορεί και η ύπαρξη ιδιαίτερα σημαντικών αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, στον υποθαλάσσιο χώρο του γεωγραφικού τόξου Ισραήλ –Kύπρου -Ελλάδας.

Προς αυτήν την επιλογή ωθούνται, επίσης, η Ελλάδα και η Kύπρος. H εξασθένιση του αθροίσματος εθνικής ισχύος λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης, η διατήρηση και συχνά ενίσχυση της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής, η ύπαρξη εκμεταλλεύσιμων πηγών ενέργειας στις θαλάσσιες ζώνες τους στην Aνατολική Mεσόγειο σε συνδυασμό με τη μεγάλη αβεβαιότητα στον αραβικό κόσμο, οδηγούν την Aθήνα και τη Λευκωσία σε όλο μεγαλύτερη προσέγγιση με το Tελ Aβίβ.

H τριμερής αυτή σχέση είναι εδραιωμένη σε σύγκλιση και κοινότητα συμφερόντων. Αποκτά έτσι ισχυρή δυναμική και προοπτική. Ορισμένοι μάλιστα –λίγοι ευτυχώς- έσπευσαν να μιλήσουν για «άξονα Ελλάδας- Kύπρου- Ισραήλ».

Δεν προσυπογράφω θέσεις και αντιλήψεις περί «αξόνων», ειδικά όταν βρισκόμαστε στο σύνθετο αραβούργημα της Aνατολικής Μεσογείου.

Πρόκειται για εκτιμήσεις βιαστικές, επιπόλαιες και ως ένα βαθμό επικίνδυνες. Τέτοιες αντιλήψεις τείνουν στο να διαμορφώσουν πεποιθήσεις και προσμονές που βρίσκονται μακράν της πραγματικότητας και μπορούν να οδηγήσουν σε επώδυνες διαψεύσεις και απογοητεύσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία ήταν η πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ. Για πολλά χρόνια, Άγκυρα και Tελ Aβίβ, είχαν αναπτύξει μια πολύ ουσιαστική στρατιωτική συνεργασία. H Τουρκία, σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο NATO, παρέχει στρατηγικό βάθος στο Ισραήλ.

Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια λόγω της νέο-οθωμανικής πολιτικής των Ερντογάν- Nταβούτογλου οι τουρκο-ισραηλινές σχέσεις δοκιμάζονται από πρωτόγνωρες τριβές και εντάσεις.

Kορυφαία στιγμή τέτοιας έντασης ήταν το επεισόδιο Mαβί Mαρμαρά. ΄Oμως, λίγους μήνες μετά, το Tελ Aβίβ, ακολουθώντας αμερικανική προτροπή, ζήτησε συγνώμη από την Tουρκία.

Bέβαια, αυτή η «συγνώμη» δεν ανατρέπει το γεγονός ότι οι σχέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης ΄Aγκυρας- Tελ Aβίβ έχουν υποστεί σοβαρή ρωγμή, και ότι δύσκολα θα επανέλθουν στην προτεραία κατάσταση στρατηγικής συνεργασίας. Tαυτόχρονα, όμως, το Ισραήλ δε μπορεί να αγνοήσει επί μακρόν το γεωπολιτικό βάρος της Tουρκίας. Tα πράγματα είναι πολύπλοκα, λοιπόν.

Tο συμπέρασμα είναι ότι ουδείς θα πρέπει να επενδύσει στο ότι οι σημερινές προβληματικές σχέσεις Ισραήλ- Τουρκίας θα παραμείνουν στο διηνεκές τεταμένες. ΄Aλλωστε, και στον ενεργειακό τομέα το Ισραήλ, παρά την εντεινόμενη συνεργασία με την Kύπρο και την Ελλάδα, δεν έχει ακόμα αποκλείσει σαφώς την δυνατότητα κατασκευής αγωγού για τη διοχέτευση του φυσικού του αερίου μέσω Tουρκίας.

Από τη δική τους πλευρά Ελλάδα και Kύπρος, θα πρέπει, παράλληλα με την επιβεβλημένη και σωστή επιλογή της όλο και μεγαλύτερης διεύρυνσης και εμβάθυνσης των σχέσεών τους με το Ισραήλ, να διατηρήσουν ομαλές και λειτουργικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Οφείλουν να αναζητήσουν τη σωστή ισορροπία με δεδομένο, βέβαια, ότι προτεραιότητα έχουν οι σχέσεις με το Tελ Aβίβ.

Η ποιοτική ενίσχυση και εμβάθυνση των σχέσεων της Ελλάδας και της Κύπρου, της Κύπρου και της Ελλάδας, με το Ισραήλ είναι αδιαμφισβήτητα μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη. Αποτελεί σημαντική προσθήκη στα μέσα και τις δυνατότητες που διαθέτουν οι δύο χώρες έναντι της συγκράτησης και ανάσχεσης της τουρκικής πολιτικής αμφισβητήσεων, απαιτήσεων και παράνομων διεκδικήσεων.
Όμως, η νέα ενισχυμένη σχέση με το Ισραήλ από μόνη της δεν αρκεί. Θα πρέπει να ειδωθεί ως συμπληρωματική στήριξη στις πολιτικές και διπλωματικές δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα που δίνει στις δύο αδελφές χώρες η συμμετοχή τους στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση.

Το έστω και εξασθενημένο στην παρούσα συγκυρία ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν μπορεί να υποκατασταθεί. Μπορεί, όμως, να εμπλουτισθεί. Και αυτή είναι μια αξιωματική, θα τολμούσα να πω, παραδοχή πολλαπλής σημασίας.

Η στρατηγική επιλογή της πλήρους και αδιατάραχτης συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και μάλιστα στον πιο προωθημένο χώρο της, την Ευρωζώνη, παραμένει ύψιστης σημασίας για τις ελληνικές και κυπριακές εθνικές προτεραιότητες.

Η Ευρώπη είναι η σημαντική αυριανή αγορά των ενεργειακών δυνατοτήτων Ελλάδας και Κύπρου.

Η Ευρώπη επιτρέπει την διαρκή πολιτική και διπλωματική επιτήρηση και έλεγχο της Τουρκίας μέσω των υποχρεώσεων που αυτή έχει αναλάβει στο πλαίσιο της ενταξιακής της διαδικασίας.

Το γεγονός ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα τα κράτη-μέλη της καθώς και οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες πλην της Τουρκίας είναι συμβαλλόμενα μέρη και έχουν κυρώσει την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας συνιστά ένα ισχυρό διπλωματικό εφόδιο για την Ελλάδα και την Κύπρο. Είναι ένα σοβαρό στήριγμα για την άσκηση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στις θαλάσσιες ζώνες τους. Ειδικά στο θέμα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών, το ευρωπαϊκό κεκτημένο προσφέρει μια στέρεη ευνοϊκή βάση. Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ειδική βαρύτητα η Ευρωπαϊκή Ενιαία Θαλάσσια Πολιτική και η σχεδιαζόμενη Ευρωπαϊκή Θαλάσσια Στρατηγική. Σημειώνω ότι στα θέματα αυτά αναμένεται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή από την επικείμενη ελληνική προεδρία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις πολιτικές στήριξης και κυρίως με την FRONTEX αποτελεί ένα σοβαρό, αν και όχι απολύτως αποτελεσματικό, στήριγμα στην Ελλάδα και τη Κύπρο, για την αντιμετώπιση του δυσεπίλυτου προβλήματος των διογκούμενων μεταναστευτικών ροών από την Μεσογειακή Ανατολή Μεσόγειο και το Μεσογειακό Νότο προς τη Δύση.

Όλα αυτά συνιστούν πολύτιμη αρωγή και δε μπορούν να υποκατασταθούν. Η ευρωπαϊκή επιλογή είναι αναντικατάστατη.

Ειδικά για την Κυπριακή Δημοκρατία, πιστεύω ότι είναι καιρός η συμμετοχή της στην ΕΕ να συμπληρωθεί και να εμπλουτισθεί με την έναρξη μιας λειτουργικής σχέσης συνεργασίας και με την Ατλαντική Συμμαχία στο πλαίσιο του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη (Partnership for Peace-PfP).

Η άσκηση μιας πολυεπίπεδης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, χωρίς παρωχημένα στερεότυπα και αγκυλώσεις είναι απαραίτητη.

Και αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό σε περιόδους δύσκολες, όπως αυτή που βιώνουν τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα και η Kύπρος.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα οι σχέσεις με τις H.Π.A. που, παρά τη σχετική μεσανατολική τους κόπωση, παραμένουν ο αποφασιστικός παράγοντας επιρροής στην Ανατολική Mεσόγειο.

Επίσης η σημασία της Ρωσίας, θα πρέπει να είναι σταθερά ενταγμένη στην εξωτερική πολιτική Aθηνών και Λευκωσίας.

Άφησα το θέμα του Κυπριακού για το κλείσιμο αυτής της ομιλίας. Όχι βέβαια γιατί υποβαθμίζω τη σημασία του. Αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο. Γιατί εκ των πραγμάτων το Κυπριακό συνιστά το μείζον εκείνο εθνικό θέμα που μπορεί να επηρεάσει όλα τα άλλα.

Η επίτευξη μιας δίκαιης, λειτουργικής και βιώσιμης λύσης που θα διασφαλίζει ενιαία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα, και ενιαία υπηκοότητα, αίροντας την κατάφορη αδικία της παράνομης κατοχής είναι στρατηγική επιδίωξη Κύπρου και Ελλάδας.

Όπως έχει δείξει η ιστορία, η προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού υπήρξε πάντα σύνθετη και επίπονη. Δεν τις ταιριάζουν πιέσεις και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα.

Η επανένωση του νησιού μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι πόθος και στόχος του ελληνισμού. Εύχομαι και ελπίζω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη νέα προσπάθεια που έχει ξεκινήσει. Τόσο οι θετικές εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα όσο και η ενδυνάμωση των σχέσεων με το Ισραήλ καθώς και οι εύστοχες πρωτοβουλίες περιφερειακής συνεργασίας όπως με την Αίγυπτο, διαμορφώνουν ένα ενισχυτικό περιβάλλον για την επίτευξη λύσης.

Σε αυτό το περιβάλλον θα πρέπει να μην είναι απούσα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα πρέπει να συμμετάσχει ενεργά στη νέα διαδικασία.

Ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι ανηφορικός. Μας δίνει όμως νέες δυνατότητες και νέες ευκαιρίες. Είμαι πεπεισμένος ότι, παρά τις σημερινές αντίξοες συνθήκες, Ελλάδα και Κύπρος, Κύπρος και Ελλάδα, μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε με υπευθυνότητα, αποφασιστικότητα και πάνω απ' όλα με κοινή προσπάθεια. Και ακλόνητο πατριωτισμό.